Της Πέμπτης 12 Ιουνίου 2008.
Είναι κάτι στιγμές, κάτι μικρά κλάσματα του δευτερολέπτου, που τα μάτια σου (αχ, αυτά τα μάτια σου! ) τεντώνονται, γεμίζουν ένταση. Σαν μια ηλεκτρική τάση που δεν μπορείς να υποτάξεις να εφαρμόζεται στις άκρες των μυών που ελέγχουν την κίνηση των βλεφάρων σου. Δυο πολύ κοντινές στιγμές διαδοχικά πριν ‘ηρεμήσουν’ πάλι. «Κάτι στιγμές παράνοιας» σου είπα, φοβούμενος μην σε πειράξει. Σου άρεσε. Δεν το είχες καταλάβει ποτέ σου, παραδέχτηκες. Ούτε κι εγώ κι ας σε παρατηρούσα χρόνια. Στην ξυπνητή μου πραγματικότητα και στην ονειρική μου. Κι ας ήτανε το βλέμμα σου που εκπέμπει δισεκατομμύρια βαρυτόνια το δευτερόλεπτο με δραματικό αποτέλεσμα να μην μπορεί τίποτα να ξεφύγει από το πεδίο βαρύτητας που δημιουργείς γύρω σου. Πιο έξυπνο, διεισδυτικό, φλύαρο και ταυτόχρονα σαφές, μεστό και πυκνό βλέμμα δε είχα ξαναδεί. Το βλέμμα της Μέδουσας, πετρώνεις. Σταματάνε όλα γύρω σου ή καλύτερα χάνουν την όποια σημασία τους μιας και, ως πέτρα πια, δεν σε νοιάζει τίποτα. Σαν ηλεκτρονικός ιός σβήνει όλα τα αρχεία κι όλα τα προγράμματα (που είχες ως τώρα σώσει στον σκληρό) κι αφήνει μόνο μια εικόνα στην επιφάνεια εργασίας (ένα wallpaper), το βλέμμα σου.
Ποτέ δεν είναι γαλήνια τα μάτια σου. Μοιάζουν με θάλασσα, ποτέ δεν γαληνεύουν. Παθιασμένα, διψασμένα για εικόνες πότε ρουφάνε ό,τι υπάρχει στον οπτικό περίγυρο και πότε στρέφονται προς το απώτερο εσωτερικό σου και ανιχνεύουν τις επιθυμίες, τις ανάγκες σου, κούκλες σε ένα κουκλοθέατρο που έστησες μόνο για σένα, έγραψες τους ρόλους και τους έπαιξες. Μόνο για σένα. (Μου μίλησες γι αυτόν τον δικό σου φανταστικό (αλλά πραγματικό) κόσμο αλλά δεν μου τον αποκάλυψες. Πρέπει να τον εξερευνήσω μόνος μου, είπες. Σου υποσχέθηκα ότι θα το κάνω. Ο κόσμος να χαλάσει θα το κάνω). Κι εκεί που λες ότι όλη η ένταση του κόσμου βρίσκεται στο βλέμμα σου, έρχονται εκείνες οι παρανοϊκές στιγμές (ποιος ξέρει από ποιον γαλαξία αντλείς την απαιτούμενη ενέργεια; ) και με αποσβολώνουν, με καθηλώνουν, με τελειώνουν.
Νομίζω ότι αυτές οι απειροελάχιστες στιγμές είναι που ανοίγει η πύλη εισόδου για τον υπέροχο εαυτό σου. Σε μόνιμη επιφυλακή θα πρέπει να περιμένω μια τέτοια, να κλείσω τα μάτια και με ένα σάλτο να βρεθώ στην άγνωστη γη (στην terra incognita) σου. Και να αρχίσω την περιπλάνηση, την εξερεύνηση. Αλλά όχι απαραίτητα την κατάκτηση, δεν θα με ενδιέφερε απαραίτητα η κατάκτηση. Με έχει κατακτήσει εκείνη -η γη σου- πολύ πριν υποπτευθώ την ύπαρξή της. Πώς να κατακτήσω τον κατακτητή μου; Αλλά κι αν γίνεται δεν θα με ενδιέφερε. Κατακτητής ή κατακτημένος, το θέμα είναι να είμαστε μαζί. Ωστόσο, μου είπες ότι θέλεις να την κατακτήσω,να την αποκτήσω, να την κάνω δική μου (να σε κάνω δική μου), οπότε θα το κάνω για χατίρι σου (καλά, και για δικό μου).
Πόσο μου λείπεις, κι ακόμα δεν έχεις φύγει καν…