17 Ιουνίου 2008. (δεύτερη έκδοση – έκτακτο παράρτημα)
Τελικά –τελικά…- πήρες.
Ευτυχώς που πήρες.
Η τρέλα μου χτυπάει την πόρτα (χιλιοειπωμένη φράση κλισέ) και δεν ξέρω για πόσον καιρό θα κάνω ότι λείπω και δε θα της ανοίγω.
-Ακόμα κι αν βρίσκεις ένα δευτερόλεπτο καιρό να με σκεφτείς, να ξέρεις ότι εκείνο το δευτερόλεπτο θα σε σκέφτομαι κι εγώ. Βέβαια αυτό δεν είναι δύσκολο γιατί σε σκέφτομαι και θα σε σκέφτομαι συνέχεια. Σου είπα.
-Γιατί εγώ τι κάνω βρε χαζό; Μου απάντησες, με έλιωσες.
Πονούσε το στομάχι σου, το στομαχάκι σου. Ήσουν στον γιατρό. Όσο μακριά χέρια κι αν έχω δεν φτάνουν 300 χιλιόμετρα μακριά να στο χαϊδέψω, να στο φιλήσω, μήπως γίνει τίποτα.. Ή μήπως φτάνουν; Θα τα τεντώσω με όλη μου τη δύναμη μπας και τα καταφέρω. Ποτέ δεν ξέρεις. Αφέσου στη δίνη των γεγονότων, τι άλλο μπορεί να γίνει; Μη μου αγχώνεσαι. Ο καιρός περνάει. Πάντα περνάει ο καιρός. Οι στιγμές μόνο μένουν, οι υπέροχες στιγμές. Αυτές που ήρθανε κι αυτές που θα ‘ρθουν. Γιατί θα ‘ρθουν.
Θα τα ξαναπούμε μέχρι το μεσημέρι.