Μεταξύ 4 και 12 Ιουνίου 2008.
——————————————-
Αθώο μου…
Εσύ ακόμα νομίζεις
Πως τα χέρια που σ’ αγγίζουν κάποια βράδια
είναι εκείνου.
Τα χέρια που σε χαϊδεύουν , που σε πασπατεύουν
που σε σφίγγουν δυνατά -ως τον πόνο-
Που σε μπατσίζουν και σε γαργαλούν
(δεν γαργαλιέσαι είπες; καλά…)
Που -γλιστρώντας στον ιδρώτα σου- σε διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη
σε χουφτώνουν, σε γραπώνουν, σε γρατζουνάν
που σ’ αγαπούν ως το θάνατο
και σε μισούν ως τη ζωή
είναι εκείνου.
Κουτό…
δε θα άφηνα ποτέ κάτι τέτοιο να συμβεί
Κόστισε κάτι παραπάνω
–ο διάβολος διαπραγματεύεται σκληρά–
όμως πάνω στην τρέλα μου -μα να σ’ αγγίξει άλλος;-
δε λογάριασα τίποτα
Τα χέρια αυτά είναι δικά μου
Πρόσεξε ! όχι οι άκρες των δαχτύλων
ούτε μόνο η επιδερμίδα
ούτε ένα λεπτό στρώμα σκόνης που
επικάθεται πάνω τους]
Κατάλαβέ το
πάει καιρός
που δεν παριστάνω τον ποιητή
οπότε αυτά θα μου έφταναν.
Μα, πια, δεν μου αρκούν .Όχι.
Τα χέρια, αυτά τα χέρια, από καρπό και κάτω
είναι δικά μου.